Τα χρόνια περνάνε και δεν το καταλαβαίνεις. Χθες επέστρεψα στο
πατρικό μου μετά από απουσία σχεδόν τριών μηνών. Εν τω μεταξύ είχαν
συμβεί πολλά. Θάνατοι, αρρώστιες και τραυματισμοί. Ο Παναγιώτης, ο
Μανώλης, ο Θείος Ηλίας, η Κατερίνα, ο μπαμπάς, όλοι πήγαν στο νοσοκομείο
και ευτυχώς οι περισσότεροι βγήκαν κιόλας, αλλά εγώ έλειπα. Έγινε η
εκταφή του παππού, αρρώστησε η γιαγιά, τυφλώθηκε η νονά, και όλα αυτά
έπεσαν στους δυο γονείς μου και το άδειο τους σπίτι τώρα που τα παιδιά
τους σπουδάζουν.
Ήρθαν καινούρια μέτρα, σταματήσαμε να
βάζουμε πετρέλαιο, τα λεφτά άρχιζαν να βγαίνουν οριακά ή να κλέβουμε από
τα λεφτά του επόμενου μήνα. Και σε αυτήν την αλλαγή εγώ έλειπα.
Όταν έφτασα στο ΚΤΕΛ ο πατέρας φόρτωστε τα πραγματά μου στο αμάξι όπως
έκανε πάντα και μετά μου έδωσε τα κλειδιά να μας πάω σπίτι. Στην
διαδρομή το αμάξωμα του αυτοκινήτου έτριζε και τα αμορτισέρ
παραπονιόντουσαν, ακόμα ένα σημάδι πως ο χρόνος περνάει συνέχεια, πως
όλες οι σταθερές της ζωής μας φθίνουν και κουράζονται.
Στο
σπίτι η μητέρα με υποδέχθηκε τυλιγμένη με μία κουβέρτα και το
κλιματιστικό ανοιχτό, στο δωμάτιο της αδερφής μου ένα αερόθερμο και το
καλοριφέρ ερμητικά κλειστό. Και όμως, το δέντρο μας ήταν στολισμένο στην
ίδια πάντα θέση που το θυμόμουν, με τα ίδια χρόνια τώρα στολίδια, όσα
έμειναν στην μητέρα από τον παππού και ύστερα όσα της έμειναν από την
ταραχώδη μου παιδική ηλικία. Μερικά καινούρια στολίδια και στους
τοίχους, η αέναη προσπάθεια της μητέρας μου να ξεγελάσει τους δύσκολους
καιρούς.
Το βράδυ το γεύμα λιτό, μία λεπτή φέτα ψωμί, λίγο
τυρί και τρία μικρά σφιχτά μπιφτέκια. Και όμως, όταν με ρώτησαν τι θα
ήθελα την επόμενη μέρα για φαγητό, τους ειπα "μακαρόνια με κιμά" και για
πρώτη φορά εδώ και καιρό μου είπαν "θα προσπαθήσω". Η νέα εποχή έχει
στα αλήθεια ξημερώσει. Ύστερα όμως η μητέρα έκανε ένα σχόλιο για το πως
περπατώ σκυφτός, και ύστερα ένα για την μπάκα μου και ακόμα ένα για την
αραίωση που έχω (λέει) στα μαλλιά και ξαφνικά κατάλαβα πως ίσως να
άλλαξε μόνο η εποχή μας αλλά όχι και οι άνθρωποι. Αφού κατσιάδασε εμένα
και την αδερφή μου για την τηλεόραση (υπενθυμίζω το άθροισμα της ηλικίας
μας είναι σχεδόν 40), έσπευσε να μας πει για το θέατρο που θα πάμε την
επόμενη εβδομάδα. Τελικά οι επιλογές είναι πάντα εκεί, απλά είναι πιο
δύσκολο να τις κάνεις.
Έτσι λοιπόν επέστρεψα σε ένα σπίτι που
είχε αλλάξει, ήταν πιο κρύο και έμοιαζε πιο μουντό, για να βρω δύο
πενηντάχρονους βαθιά χωμένους στην κρίση του καιρού μας, να μετράνε τα
λεφτά τους και τα λεπτά που είναι ανοιχτό το αερόθερμο, που δεν
αγοράζουν πια εφημερίδα και χαμογελάνε σπάνια, παραπονιούνται
περισσότερο και μερικές φορές δακρύζουν αλλά το κόβουν εκεί, χωρίς
το ξέσπασμα. Είμαι ένα ζωντανός μέσα σε ένα σπίτι φάντασμα καιρών
ευμάρειας που πια δεν θα ξανάρθουν.
Και όμως, αυτοί οι
άνθρωποι που κινδυνεύουν να τους κάνει η εποχή μας πέτρα και καύκαλο,
αυτοί οι άνθρωποι θα με στείλουν στην Δανία και λίγους μήνες μετά στην
Αμερική, χαμογελάνε πλατιά που το σπίτι γέμισε ξανά φωνές και πάνω στην
μεγαλύτερη χαρά τους..ίσως κάνουν και ένα όνειρο για το μέλλον. Και ας
μου είπε η μητέρα πως η γενιά της τελείωσε, και ας είναι ο πατέρας
πνιγμένος στο άγχος και τις περικοπές, και ας παίρνει ο θείος 200 ευρώ
τον μήνα (όποιον μήνα τον θυμούνται) δουλεύοντας στα βαρέα και
ανθυγιεινά. Κάπως, με έναν τρόπο που αγνοώ και συνέχεια με κάνει να
απορώ, προχωράνε μπροστά.
Και να'ναι λοιπόν ο συγγραφέας σας, τυλιγμένος με την πράσινη
κουβερτούλα του στο δωμάτιό του που πασχίζει να το ζεστάνει ένα
αερόθερμο, να γράφει στο blog του για τα σημεία των καιρών, τους
ανθρώπους μέσα σε αυτούς και την ομορφιά που τους δέρνει.
(ένα μικρό κείμενο που ήθελα να μοιραστώ μαζί σας -Σ)