Εσύ, που μπήκες σα μια μαχαιριά
μες στην καρδιά μου τη θρηνοδαρμένη
εσύ, που σα δαιμόνων μυρμηγκιά,
ήρθες τρελή κι ομορφοστολισμένη
κατοικία να κάνεις το και κοιτίδα,
- άτιμη, που μαζί σου έχω δεθεί
σαν ο κατάδικος στην αλυσίδα,
σαν ένας μεθύστακας στην μποτίλια,
σαν στο ψοφήμι σκουλικιών τα χείλια,
- κατάρατη, κατάρατη εσύ!
να μου χαρίσει την ελευθεριά μου,
κ' είχα στο δολερό φαρμάκι πει,
να βοηθήσει μου την ατολμιά μου.
είπαν με περιφρόνηση σ' εμένα:
"Δεν πρέπει να ξεσκλαβωθείς εσύ
απ' τα δεσμά σου τα καταραμένα!
κι εμείς αν σε βοηθούσαμεν ακόμα,
ξανά θ' ανάσταινες με τα φιλιά
της αιματορουφήχτρας σου το πτώμα!"
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου