Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Κ.Π.Καβάφης, Η προθήκη του καπνοπωλείου και Θυμήσου σώμα

.... μην ξεχνάμε τον ερωτικό Καβάφη...

Η προθήκη του καπνοπωλείου

Κοντά σε μια κατάφωτη προθήκη
καπνοπωλείου εστέκονταν, ανάμεσα σ’ άλλους πολλούς.
Τυχαίως τα βλέμματά των συναντήθηκαν,
και την παράνομην επιθυμία της σαρκός των
εξέφρασαν δειλά, διστακτικά.
Έπειτα, ολίγα βήματα στο πεζοδρόμιο ανήσυχα —
ως που εμειδίασαν, κ’ ένευσαν ελαφρώς.

Και τότε πια το αμάξι το κλεισμένο ....
το αισθητικό πλησίασμα των σωμάτων·
τα ενωμένα χέρια, τα ενωμένα χείλη.

(1917)

Θυμήσου σώμα

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή —  και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

(1918)

Dylan Thomas, Do not go gentle into that good night

Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.

Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.

Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.

Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on its way,
Do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.

Το ποιήμα γράφτηκε το 1947 και δημοσιευτηκέ το 1951. Μια εξαιρετική ανάγνωση του ποιήματος από τον ίδιο τον ποιητή:
https://www.youtube.com/watch?v=g2cgcx-GJTQ

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Ν. Λαπαθιώτης Βαο Γαο Δαο

Το 1938 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γράφει ένα σονέτο που τα έχει όλα ( ομοιοκαταληξίες, μουσικότητα, μέτρο ), εκτός από νόημα. Το σονέτο αυτό χρησιμοποιεί τεχνικές που έχουv μεγάλη ομοιότητα με αυτές του λεττρισμού, κινήματος που θα εμφανιστεί στην Γαλλία την επόμενη δεκαετία. Οι λέξεις που το αποτελούν, με εξαίρεση τους συνδέσμους τις αντωνυμίες και τα αρθρά, δεν έχουν απολύτως κανένα νόημα, σεβονταί όμως γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες της ελληνικής και αφήνουν τον αναγνώστη να φανταστεί ετυμολογίες και νοήματα.

Το άρθρο στη wikipedia για το ποιήμα : https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%91%CE%9F,_%CE%93%CE%91%CE%9F,_%CE%94%CE%91%CE%9F


Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Σονέτο 75 / William Shakespeare

'Ο,τι ειν' για τη ζωή η τροφή, εσύ είσαι για τις σκέψεις:
Είσαι γλυκό καρύκευμα βροχής που πέφτει κάτω:
Για να 'χω την ειρήνη σου μπαίνω σε διενέξεις
Όπως μαλλώνει ο τσιγγούνης με τα υπάρχοντά του
Τώρα η χαρά περήφανο με κάνει ύστερα όμως,
Τρέμω μην κλέψουν οι καιροί-ληστές τα τιμαλφή μου.
Τώρα μετρώ για ευτύχημα να ζω μαζί σου μόνος,
Μετά κι ο κόσμος θα 'θελα να δει την ηδονή μου.
Κάποιες φορές μου γίνεται η όψη σου κραιπάλη
Κι άλλες τελείως λιμοκτονώ για ένα σου μόνο βλέμμα
Και δεν κατέχω ούτε ζητώ καμίαν απόλαυση άλλη
Απ'όσα έχω ή θα'πρεπε να πάρω από σένα.
Πρώτα φουσκώνω λαίμαργα, μετά νηστεία κάνω
Χορταίνω απ'όλα τα καλά κι ύστερα όλα τα χάνω.

http://www.dardanosnet.gr/book_details.php?id=2287

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

3 αποσπάσματα με φόντο το Κυπριακό

Ένα αρθρό για το Κυπριακό ενός Κύπριου μπλόγκερ, με τίτλό " Περιμένωντας την λύση"  ανοίγει με τα παρακάτω αποσπάσματα :

 "Εστραγκον: Εν μπορω να συνεχισω ετσι. Βλαντιμιρ: Ετσι νομιζεις. Εστραγκον: Τζαι αν εχωριζαμεν; Τουτον μπορει να εν καλλιτερον για εμας. Βλαντιμιρ: Θα κρεμαστουμεν αυριο. Εκτος τζαι αν ερτει ο Γκοντο. Εστραγκον: Τζαι αν ερτει;" "Περιμενωντας τον Γκοντο" Σ. Μπεκετ.

"Εγω αγαπω του αθρωπους για αυτο που ειναι. Με ολες τους τις βρωμιες και τα βιτσια τους. Αγαπω την φωνη τους και τα ζεστα τους χερια και το δερμα τους - το πιο γυμνο απο ολα τα δερματα- και το ανησυχο βλεμμα τους και τον απελπισμενο αγωνα που κανει ο καθενας εναντια στον θανατο και την αγωνια. Για μενα ενας λιγοτερος η περισσοτερος αθρωπος στον κοσμο μετραει πολυ. Ειναι πολυτιμος. Εσυ..η αγνοτητα σου μοιαζει με θανατο.." "Βρωμικα Χερια" Ζ. Π. Σαρτρ

Το πρώτο έχει και ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς είναι στην Κυπριακή διάλεκτο μετάφραση του Περιμένωντας τον Γκοντό. Μπορεί κανείς να φανταστεί τι νόημα πέρνουν τα αποσπάσματα όταν τα δει κανείς με φόντο τις πολύχρονες και ως τώρα ματαιωμένες διαπραγματευσείς για την λύση, την εθνικιστική υστερία που απλώνεται από τα μμε στο νησί, αλλά και την αγωνία κάποιων ανθρώπων - συμπεριλαμβάνου και του συντάκτη του αρθρού -για τον τελός τόσο των φραχτών όσο και του μίσους που χωρίζει τις δύο κοινότητες. Παρότι του 2009, το άρθρο είναι σήμερα παραπάνω από επίκαιρο.Παρακάτω παραθέτω την - όμορφη και ξάστερη- σκέψη του μπλόγκερ στην αρχή του άρθρου.

"Αμα θωρω χαρτες με το κλιμα νοιωθω την ιδια ανακουφιση που νοιωθω αμα θωρω γεωγραφικους [τζαι οϊ πολιτικους] χαρτες..η αισθηση οτι οι αερηες, τα συννεφα, η βροσιη οπως τζαι οι στρουθοι, οι κουρκουταες τζαι τα ψαρκα, εν εχουν συνορα εν σαν το χαδι της ελπιδας αμα ζιεις μεσα στες [φαντασιακες τζαι υλικες - των συνορων] φυλακες των εθνων.."

Από το μπλόγκ " Σύρμα στο κομπιούτερ" , Νοέμβριος 2009. http://sirmastocomputer.blogspot.gr/2009/11/blog-post_30.html

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Luthien Tinuviel

Luthien Tinuviel 

The leaves were long, the grass was green,
The hemlock-umbels tall and fair,
And in the glade a light was seen
Of stars in shadow shimmering.
Tinuviel was dancing there
To music of a pipe unseen,
And light of stars was in her hair,
And in her raiment glimmering.

There Beren came from mountains cold.
And lost he wandered under leaves,
And where the Elven-river rolled
He walked alone and sorrowing.
He peered between the hemlock-leaves
And saw in wonder flowers of gold
Upon her mantle and her sleeves,
And her hair like shadow following.

Enchantment healed his weary feet
That over hills were doomed to roam;
And forth he hastened, strong and fleet,
And grasped at moonbeams glistening.
Through woven woods in Elvenhome
She lightly fled on dancing feet,
And left him lonely still to roam
In the silent forest listening.

He heard there oft the flying sound
Of feet as light as linden-leaves,
Or music welling underground,
In hidden hollows quavering.
Now withered lay the hemlock-sheaves,
And one by one with sighing sound
Whispering fell the beachen leaves
In wintry woodland wavering.

He sought her ever, wandering far
Where leaves of years were thickly strewn,
By light of moon and ray of star
In frosty heavens shivering.
Her mantle glinted in the moon,
As on a hill-top high and far
She danced, and at her feet was strewn
A mist of silver quivering.

When winter passed, she came again,
And her song released the sudden spring,
Like rising lark, and falling rain,
And melting water bubbling.
He saw the elven-flowers spring
About her feet, and healed again
He longed by her to dance and sing
Upon the grass untroubling.

Again she fled, but swift he came,
Tinuviel! Tinuviel!
He called her by her elvish name;
And there she halted listening.
One moment stood she, and a spell
His voice laid on her: Beren came,
And doom fell on Tinuviel
That in his arms lay glistening.

As Beren looked into her eyes
Within the shadows of her hair,
The trembling starlight of the skies
He saw there mirrored shimmering.
Tinuviel the elven-fair,
Immortal maiden elven-wise,
About him cast her shadowy hair
And arms like silver glimmering.

Long was the way that fate them bore,
O'er stony mountains cold and grey,
Through halls of iron and darkling door,
And woods of nightshade morrowless.
The Sundering Seas between them lay,
And yet at last they met once more,
And long ago they passed away
In the forest singing sorrowless.

JRR Tolkien (1892-1973)


Οι κρεμασμένοι

Οι κρεμασμένοι

Νουθετημένος απ' το ύπουλο κρασί
Ο άνθρωπος ξαναπίνει μια τελευταία γύρα,
Μετά, περνώντας στο λαιμό του τη θηλιά,
Βγάζει τη γλώσσα στο κενό

Παγώνει εκεί, κάτω απ' το δοκάρι,
Οταν, παράλληλα καταφθάνει,
 Ακροβάτης ντελικάτος και αεράτος,
Στην άκρη του νήματος της η αράχνη.

Τότε μπροστά στη τεράστια μάζα
Που βαριά αιωρείται και μορφάζει
Λέει, την τύχη της καθώς δοξάζει,
Μες στη φιλοσοφία της δηκτική:
"Είναι ωστόσο αληθές ότι είν' ο Θάνατος
Που τον κρεμασμένο εντάσσει στη Ζωη!"

Maurice Rollinat (1846-1903)



από την ανθολογία "Καταραμένοι Γάλλοι Ποιητές"