Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019

Γιάννης Στίγκας, Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.



Μονίμως ονειρεύομαι
μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου
να μπαίνω και ν’ αλλάζω τους αλγόριθμους
έτσι που η καρδιά
να ξεκουφαίνει ενδελεχώς την νόηση
Αγχειβατείν – Pallasck
που λέγαν κι παππούδες μου
(πατώντας με τα πόδια τους τον μούστο)
υπονοώντας σκοτεινά

Αίμα που’ χει το μέλλον μας
και πως να το χορέψεις


 *




Ίσως
εάν ερχόταν σήμερα ένας άνθρωπος
μονάχα με το τυπικό προσόν της εποχής
αυτή τη γεύση πρόχειρου γκρεμού
-ξέρετε-
ένας απ’ τους χιλιάδες παραγιούς του πανικού
 —
όπως τους έραβε ο Θεός
ξέχασε μια βελόνη μες τα στήθια τους
 —
εάν ερχότανε
και κοίταζε
 —
από  το μάτι  της  βελόνας  που  σας  έλεγα
 —
θα του στοιχειώναν όλα τα φωνήεντα
Θα του πατούσε το μυαλό ένα τραύλισμα
 —
τ-τ-τ-τ-τ…τ-τ-τ-τώρα π-π-π-π-π…π-π-π-που
ζ-ζ-ζ-ζ-ζ-ζ….ζ-ζ-ζ-ζ-ζορίσανε τ-τ-τ-τ-τα-τα-τα-τα
π-π-π-ππ-πρα-πρα….π-π-πράγματα ν-ν-ν-νο-νο…
νο-νο-νομίζεις π-π-π-π….π-π-π-πως το-το-το-το…
το-το-το-το…το φ-φ-φ-φ-φ….φ-φ-φ-φ-φω-φω-φως
κ-κ-κ-κ-κ-κ…κ-κ-κ-κα….κ-κ-κ-κκ-κκ-κ-κ………..
κ-κ-κ-κα-κα-καταλαβαίνει;
 —-
 —-

 Η συνέχεια του ποιήματος εδώ: https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2012/09/09/yannis-stigkas-kiosk/?fbclid=IwAR0yqNMNuAb1mYCDbb6ZgdlM_vzqkjBMc23b5hwOvHedXGnPzEIDaqozauQ 

Ο Γίαννης Στίγκας είναι από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονούς  Έλληνες ποιητές. Γράφει για το ποίημα ο Θάνος Γώγος : "Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο, ένα ολοσέλιδο βιβλίο που πιστεύω θα μείνει σίγουρα ως ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία της εποχής μας. Είναι από τα βιβλία που αν δεν είσαι καλός κριτικός λογοτεχνίας, δε θες να το αναλύσεις, γιατί φοβάσαι μη μειώσεις την αξία του. Αν είσαι αναγνώστης, χρειάζεται απλά να εμπιστευτείς κάποιον που σου μίλησε για αυτό. Και έτσι πιστεύω κύλησε αυτό το βιβλίο. Περισσότερο από στόμα σε στόμα και από χέρι σε χέρι. Η ποίηση μέσα σε αυτό αρκεί."

Ezra Pound, The Alchemist

Chant for the Transmutation of Metals

Sail of Claustra, Aelis, Azalais,
As you move among the bright trees;
As your voices, under the larches of Paradise
Make a clear sound,
Sail of Claustra, Aelis, Azalais,
Raimona, Tibors, Berangere,
'Neath the dark gleam of the sky;
Under night, the peacock-throated,
Bring the saffron-coloured shell,
Bring the red gold of the maple,
Bring the light of the birch tree in autumn
Mirals, Cembelins, Audiarda,
Remember this fire.
Elain, Tireis, Alcmena
'Mid the silver rustling of wheat,
Agradiva, Anhes, Ardenca,
From the plum-coloured lake, in stillness,
From the molten dyes of the water
Bring the burnished nature of fire;
Briseis, Lianor, Loica,
From the wide earth and the olive,
From the poplars weeping their amber,
By the bright flame of the fishing torch
Remember this fire.
Midonz, with the gold of the sun, the leaf of the poplar,
by the light of the amber,
Midonz, daughter of the sun, shaft of the tree, silver of
the leaf, light of the yellow of the amber,
Midonz, gift of the God, gift of the light, gift of the
amber of the sun,
Give light to the metal.
Anhes of Rocacoart, Ardenca, Aemelis,
From the power of grass,
From the white, alive in the seed,
From the heat of the bud,
From the copper .of the leaf in autumn,
From the bronze of the maple, from the sap in the
bough;
Lianor, loanna, Loica,
By the stir of the fin,
By the trout asleep in the gray-green of water;
Vanna, Mandetta, Viera, Alodetta, Picarda, Manuela
From the red gleam of copper,
Ysaut, Ydone, slight rustling of leaves,
Vierna, Jocelynn, daring of spirits,
By the mirror of burnished copper,
O Queen of Cypress,
Out of Erebus, the flat-lying breadth,
Breath that is stretched out beneath the world:
Out of Erebus, out of the flat waste of air, lying beneath
the world;
Out of the brown leaf-brown colourless
Bring the imperceptible cool.
Elain, Tireis, Alcmena,
Quiet this metal!
Let the manes put off their terror, let them put off their
aqueous bodies with fire.
Let them assume the milk-white bodies of agate.
Let them draw together the bones of the metal.
Selvaggia, Guiscarda, Mandetta,
Rain flakes of gold on the water
Azure and flaking silver of water,
Alcyon, Phaetona, Alcmena,
Pallor of silver, pale lustre of Latona,
By these, from the malevolence of the dew
Guard this alembic.
Elain, Tireis, Allodetta
Quiet this metal.

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018

Towards the poem


Και ο βασιλιάς ανακοίνωσε το μυστικό.
Η αφελώς όμορφη και νέα κοπέλα σπαρτάρισε και πέθανε.
Πίσω από τη δεύτερη βαθυκόκκινη κουρτίνα η μαυρομάλλα σιγομιλά.
Ακούγονται ψιθυριστά τα επτά διαμάντια.
Μιλάει αυτός που νίκησε.
Το βιβλίο ταχύνει το βήμα του.
Γρηγορεύουμε για τη φλόγα.

Γρήγορα, εκείνος της χαϊδεύει τα μαλλιά
δυο καρέκλες και μια σειρά φώτα  δίπλα μου
κυκλοφορούν μάτια που η Γωνία συλλέγει ακατάπαυστα,
αγαπώντας την αμαρτία τους

γρήγορα, το ποίημα αλλάζει
ιώδες και μετά από αυτό το πιο θερμό, το χωρίς Άνθρωπο
διαστημικό φως
μετά το φώς, δε μιλάμε άλλο
επιστρέφω τη φλόγα που έχω κλείσει στο ασκί.
Υπερβολικές σκιές τρομάζουν τα τρία παράξενα κορίτσια,
που σέρνουν τα ξερά τους πόδια ώστε να στηρίξουν
το μεγάλο τους πρόσωπο
σαν κουκουβάγια που σκιάζει τη ζωή τους.

Μα ένα γέλιο αντηχεί σαν σημαίες που οδοιπορούν στη νίκη.

Μάνθος Βελογιάννης 

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

( στην πλατεία )



      Στην πλατεία των Φιδιών
      εγώ και η αιχμή της πέτρας
      συζητούσαμε
και αυτή γλώσσες μου δώρισε
     οι δε φωτιές του ήλιου

    συνεχίζουνε

    το ίδιο ταρατα
     τα

κουράστηκα και πεθύμησα να ξαποστάσω
     κάτω από γυάλινα νερά σιντριβανιού

αλλά γερά καρφιά είχαν στερεώσει στον ουρανό το απέραστο πέπλο
δεν μου την έδινε
δεν μου την έδινε την συγχώρεση.

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Wörter

Δεν έχω πατρίδα
κατοικώ μέσα στις λέξεις, 
μαυροφορεμένες, 
αιχμάλωτες.
Μουσταφά Χαγιάτι, μ' ακούς;
Στη γλώσσα εδρεύει η εξουσία,
μέσα της περιπολεί η αστυνομία.
Δεν χρειαζόμαστε άλλους ποιητικούς κύκλους,
δεν χρειαζόμαστε άλλους σεφέρηδες,
στην γειτονιά μου θυσιάζουν τους παρθένους ποιητές·
ράπερς αντιφασίστες στην πλατεία
μαθαίνουν στα πιτσιρίκια να εκπαιδεύουν λέξεις.
Να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι: η τέχνη του ποιητή.
Ζαν Ζενέ, μ' ακούς;
Οι λέξεις μου είναι άστεγες,
κοιμούνται στα παγκάκια της Κλαυθμώνος
σκεπασμένες με χαρτόκουτα απ' το Ιkea. 
Οι λέξεις μου δε μιλάνε στις ειδήσεις,
κάνουν πεζοδρόμιο κάθε βράδυ.
Οι λέξεις μου είναι προλετάρισσες, σκλάβες όπως εγώ
δουλεύουν στα φασονάδικα μέρα νύχτα.
Δε θέλω άλλα μοιρολόγια,
δε θέλω άλλα ρήματα που ν' ανήκουν στον άμαχο πληθυσμό·
Χρειάζομαι μια καινούργια γλώσσα, όχι νταβατζιλίκια.
Περίμενω μια επανάσταση να με εφεύρει·
ποθώ τη γλώσσα του ταξικού ανταγωνισμού,
μια γλώσσα που 'χει γευτεί την εξέγερση.
Καμία λέξη δε θα μείνει αιχμάλωτη πίσω·
αναζητώ ένα πέρασμα.



"ΓΚΡΟΖΝΙ", εκδ. ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ, 2016


Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Jenny Holzer

 

Jenny Holzer


I WALK IN

I SEE YOU

I WATCH YOU

I SCAN YOU

I WAIT FOR YOU

I TICKLE YOU

I TEASE YOU

I SEARCH YOU

I BREATHE YOU

I TALK

I SMILE

I TOUCH YOUR HAIR

YOU ARE THE ONE

YOU ARE THE ONE

WHO DID THIS TO ME

YOU ARE MY OWN

I SHOW YOU

I FEEL YOU

I ASK YOU

I DON’T ASK

I DON’T WAIT

I WON’T ASK YOU

I CAN’T TELL YOU

I LIE

I AM CRYING HARD

THERE WAS BLOOD

NO ONE TOLD ME

NO ONE KNEW

MY MOTHER KNOWS

I FORGET YOUR NAME

I DON’T THINK

I BURY MY HEAD

I BURY YOUR HEAD

I BURY YOU

MY FEVER

MY SKIN

I CANNOT BREATHE

I CANNOT EAT

I CANNOT WALK

I AM LOSING TIME

I AM LOSING GROUND

I CANNOT STAND IT

I CRY

I CRY OUT

I BITE

I BITE YOUR LIP

I BREATHE YOUR BREATH

I PULSE

I PRAY

I PRAY ALOUD

I SMELL YOU ON MY SKIN

I SAY THE WORD

I SAY YOUR NAME

I COVER YOU

I SHELTER YOU

I RUN FROM YOU

I SMELL YOU

ON MY CLOTHES

I KEEP YOUR CLOTHES

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Αμηχανία ρακοσυλλέκτη Δράκουλα - Γιάννης Βαρβέρης

Απόλογος
Με το σταυρό τρυπώντας με στο στήθος
τέλος ρουφήχτηκα στο οικείο μου μαύρο
κι ησύχως διαλυθήκατε στην έξοδο. 
Κρέμασαν τις ποδιές εκείνες
μοίρασαν μεταξύ τους τα πουρμπουάρ
τα ρολά κατεβάσαν και τράβηξαν
για Λιόσια Μεταμόρφωση κι αλλού.
Το πανί με το δόντι μου σκίζοντας 
στην πλατεία ο έρμος κατέβηκα
κάνα πρόγραμμα ψάχνοντας
της ζωής μου.

Και το βρήκα να κλαίει κυρία
άγνωστη μου κυρία
να σπαράζει στο κλάμα
και το πήρα στις μαύρες φτερούγες μου
και υπερίπταμαι τώρα της πόλης
τώρα αδειάζουν οι δρόμοι παντού
με στραβώνουν τα φλάς
οι αρχές κι ο στρατός σ΄ετοιμότητα
κι οργίλοι πάπαρδοι ξορκίζουν τους αιθέρες
μα που να'στε που να'στε κυρία
το παιδί σας κυρία μου κλαίει
το παιδί σας στα νύχια του Δράκουλα
επιτέλους σκεφτείτε τη θέση μου 
τί θα γίνει κυρία τί θα γίνει
φανταστείτε με
αν το αγαπήσω.

από την ποιητική συλλογή Αναπήρων πολέμου [1982]